Κώδικας Δεοντολογίας

 

 

 

Γράφει ο/η Ad Min   

06.02.08

ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΩΝ

Δρ.Ν.Φακιολάς
Ερευνητής ΕΚΚΕ, Πρόεδρος Σ.Ε.Κ


*** Το κείμενο αυτό είναι προκαταρκτικό και έχει ως κύριο στόχο την ανάπτυξη διαλόγου και προβληματισμού για την τελική διαμόρφωση του Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας των Κοινωνιολόγων της Ελλάδας. Είναι εναρμονισμένο με τους αντίστοιχους κώδικες της διεθνούς κοινότητας και προσαρμοσμένο στις ειδικές συνθήκες άσκησης του κοινωνιολογικού επαγγέλματος στη χώρα μας. Για την κατάρτιση του κειμένου αξιοποιήθηκαν ο Κώδικας Ηθικής Συμπεριφοράς της Αμερικάνικης Κοινωνιολογικής Εταιρείας (1989), που έχει μεταφράσει η κοινωνιολόγος Βούλα Γαληνού (Κοινωνιόγραμμα, 1991, τευχ.27), και ο Κώδικας Δεοντολογίας της Διεθνούς Κοινωνιολογικής Εταιρείας (2001), που μεταφράστηκε από τον κοινωνιολόγο Νίκο Φακιολά. Οι διατάξεις των Κωδίκων αυτών έχουν γίνει σεβαστές, αλλά έγιναν πολλές προσαρμογές που ανταποκρίνονται στην ελληνική πραγματικότητα, τροποποιήσεις, προσθήκες, αναδιατυπώσεις, αλλαγές στη διάρθρωση και συντμήσεις καθώς στους άλλους κώδικες υπήρχαν αρκετές επαναλήψεις.


Εισαγωγή


Ένας από τους βασικούς στόχους του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων είναι η προώθηση της επιστημονικής- κοινωνιολογικής σκέψης, της έρευνας και της επαγγελματικής δεοντολογίας. Με τη διάχυση της κοινωνιολογικής θεωρίας και γνώσης, με την τεχνολογική ανάπτυξη και διάδοση της χρήσης των ερευνητικών εργαλείων, με την ταχύτατη ροή των κοινωνικών δεδομένων και με την αύξηση των στατιστικών στοιχείων είναι αναγκαία η διατύπωση και εφαρμογή κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας των κοινωνιολόγων. Όπως επισημαίνει η Διεθνής Κοινωνιολογική Εταιρεία στην εισαγωγή του Κώδικα Δεοντολογίας, που έχει θεσπίσει (2001), η εφαρμογή κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας αποβλέπει στην προστασία όσων εμπλέκονται στην κοινωνική έρευνα και στον έλεγχο της συμπεριφοράς των ερευνητών κοινωνιολόγων απέναντι τόσο στους πολίτες όσο και στην επιστημονική κοινότητα. Προτείνονται ρεαλιστικοί κανόνες που θα μεγιστοποιούν τις ευεργετικές επιδράσεις της κοινωνιολογικής θεωρίας και έρευνας στην ανθρωπότητα και θα ελαχιστοποιούν τις παρενέργειες από την άσκηση αυτού του επαγγέλματος.

Το επάγγελμα του κοινωνιολόγου έχει ως αντικείμενο τον άνθρωπο, τη συλλογική του δράση και συμπεριφορά. Η άσκηση του δεν πρέπει να παρεκκλίνει από αρχές και κανόνες που προστατεύουν τα προσωπικά δεδομένα και τα κοινωνικά δικαιώματα και κατοχυρώνουν την αξιοπιστία, την ελευθερία έκφρασης και την αξιοπρέπεια των πολιτών. Οι κανόνες αυτοί αφορούν τόσο τη διατύπωση κοινωνιολογικών θεωριών και αξιωμάτων με αντικειμενικότητα όσο και την έρευνα και τις συνακόλουθες εμπειρικές εφαρμογές της κοινωνιολογίας. Ο κώδικας επαγγελματικής δεοντολογίας αποτελεί μια συνοπτική προσέγγιση των προβλημάτων που ανακύπτουν στο πεδίο της ερευνητικής, διδακτικής, και επαγγελματικής δραστηριότητας των κοινωνιολόγων και στο πεδίο των εμπειρικών εφαρμογών της κοινωνιολογίας. Οι μορφές εργασίας των κοινωνιολόγων ποικίλλουν και διαφοροποιούνται συνεχώς προκαλώντας επιφυλάξεις γύρω από την κατάλληλη επαγγελματική στάση και συμπεριφορά τους. Η αναφορά σε δυνητικά προβλήματα δεν εξαντλεί το διάλογο, που έχει κατά ιστορικές περιόδους διαφορετική μορφή, και δεν συνθέτει απαράβατο ή δογματικό οδηγό δράσης.

Η εξειδίκευση και προσαρμογή των γενικών κανόνων δεοντολογίας σε ποικίλα και διαφοροποιούμενα εργασιακά περιβάλλοντα είναι αντικείμενο αναζήτησης κάθε σοβαρής κοινωνιολογικής εταιρείας. Η αποτελεσματικότητα του Κώδικα Δεοντολογίας στηρίζεται όμως σε μεγάλο βαθμό στην αυτοεκτίμηση και τον αυτοέλεγχο των κοινωνιολόγων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Οφείλουν να τον ερμηνεύουν σωστά, να τον σέβονται στην έρευνα, τη διδασκαλία και τις εμπειρικές εφαρμογές, να τον προσαρμόζουν στις ειδικές συνθήκες κάθε χώρας, να τον διαδίδουν και να φροντίζουν να γίνεται σεβαστός από όλους τους ειδικούς και τους χρήστες της κοινωνιολογικής έρευνας. Οι κοινωνιολόγοι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε ενδεχόμενες βλάβες ατόμων, κοινωνικών ομάδων, οργανισμών και κοινωνιών από αδόκιμη ή ανεύθυνη χρήση της κοινωνιολογικής γνώσης και έρευνας.





Ανάπτυξη κοινωνιολογικής σκέψης και θεωρίας


Οι κοινωνιολόγοι αναπτύσσοντας την κοινωνιολογική γνώση και εξασκώντας το επάγγελμα τους αποδέχονται και ακολουθούν τις γενικές αρχές της επιστημονικής, ερευνητικής και ακαδημαϊκής κοινότητας.

1. Οι κοινωνιολόγοι αναζητώντας και επεκτείνοντας την επιστημονική γνώση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε θέματα αντικειμενικότητας και ευθυκρισίας, δημοκρατικότητας, ελευθερίας της έκφρασης, αβίαστης και ανοικτής διατύπωσης των ιδεών, σεβασμού των προσωπικών δεδομένων και των κοινωνικών δικαιωμάτων.

2. Επιδιώκουν ελεύθερη και ανοικτή πρόσβαση στις πηγές γνώσης, απρόσκοπτη διεξαγωγή των ερευνών και δικαίωμα στην ευρεία κοινοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων.

3. Διεκδικούν εσωτερική αυτονομία στο σχεδιασμό των κοινωνικών ερευνών, στη χρήση των σχετικών επιστημονικών μέσων ή εργαλείων και στη διαχείριση των ερευνητικών αποτελεσμάτων και πληροφοριών.

4. Αναζητούν με επιμονή, με συστηματική ακρίβεια και με συστηματική ανάλυση ερμηνείες για εξελισσόμενα κοινωνικά φαινόμενα. Το επιστημονικό τους έργο υπόκειται σε κρίση και αξιολόγηση από εμπειρότερους κοινωνιολόγους, οι οποίοι αποφεύγουν τις υποκειμενικές ερμηνείες και λειτουργούν χωρίς προσωπικές, ιδεολογικές ή μεθοδολογικές προκαταλήψεις.

5. Οι κοινωνιολόγοι έχουν πλήρη επίγνωση ότι οι θεωρίες και ερμηνείες τους, όταν δημοσιοποιούνται, γίνονται κοινωνικό προϊόν για ευρεία χρήση με μοναδικό περιορισμό την αποφυγή καταστρατήγησης των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας.

6. Τα πνευματικά δικαιώματα των ερευνητών κοινωνιολόγων προστατεύονται από την ισχύουσα νομοθεσία, αρκεί να ακολουθείται από τους δημιουργούς η διαδικασία κατοχύρωσης τους. Αντίστοιχα, οι κοινωνιολόγοι σέβονται απόλυτα και δεν προσπαθούν να οικειοποιηθούν τα πνευματικά δικαιώματα άλλων επιστημόνων.

7. Θεωρητικά ή ερευνητικά δεδομένα που αποτελούν αυτούσια δάνεια από δημοσιευμένη ή αδημοσίευτη εργασία άλλου ατόμου πρέπει να είναι διακριτά με ακριβείς παραπομπές, να αποδίδονται στο παραγωγό ή συγγραφέα τους και να αναγνωρίζεται η ειδική συμβολή τους στην πορεία της έρευνας.

8. Οι κοινωνιολόγοι στις πνευματικές ή ερευνητικές τους αναζητήσεις και τις επαγγελματικές τους επιλογές οφείλουν να ενεργούν με συγκεκριμένα κριτήρια αντικειμενικότητας και ακεραιότητας που περιγράφονται στη συνέχεια.

9. Αντικείμενο εργασίας των κοινωνιολόγων είναι η αποτύπωση και ανάλυση της δομής και λειτουργίας των ανθρώπινων κοινωνιών στην εξέλιξη τους. Ο κοινωνιολόγος παρακολουθεί την κοινωνική πραγματικότητα και την ανθρώπινη συμπεριφορά συγκεντρώνοντας με επιστημονική δεοντολογία και μεθοδολογία τα ανάλογα στοιχεία που ταξινομεί και ερμηνεύει.

10. Οι κοινωνιολόγοι οφείλουν να παρακολουθούν τις κοινωνικές εξελίξεις σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο, να ενημερώνονται δια βίου και να αξιοποιούν νέες θεωρίες και πορίσματα σύγχρονων ερευνών στο χώρο της επιστήμης τους.

11. Η παρουσίαση των κοινωνιολογικών ερευνών περιλαμβάνει πλήρη αναφορά σε θεωρίες, πρότυπα ανάλυσης, μεθοδολογίες ή τεχνικές χωρίς αποσιωπήσεις, παραλείψεις ή διαστρεβλώσεις των αποτελεσμάτων. Οι αναφορές σε θεωρητικές τοποθετήσεις και ευρήματα άλλων ερευνών γίνονται με διαφάνεια, ακρίβεια και πιστότητα χωρίς να παραποιούνται δεδομένα ή σκόπιμα να απομονώνονται περικοπές.

12. Οι κοινωνιολόγοι οφείλουν να συνεργάζονται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο με βάση υψηλά θεωρητικά, τεχνικά και αναλυτικά πρότυπα και στόχο την επιστημονική ορθότητα και αξιοπιστία στις ερευνητικές, τις διδακτικές και επαγγελματικές τους δραστηριότητες.

13. Για τη σφαιρική διαπραγμάτευση των θεμάτων της κοινωνιολογίας είναι απαραίτητες οι συλλογικές και οι διεπιστημονικές συνεργασίες με άλλους κοινωνικούς επιστήμονες στο πλαίσιο του αμοιβαίου σεβασμού και της αναγνώρισης των ιδιαιτεροτήτων κάθε κλάδου.

14. Δεν επιτρέπονται διακρίσεις μεταξύ κοινωνιολόγων λόγω εθνικότητας, φυλής, ηλικίας, έκφρασης φύλου, πολιτικής ή ιδεολογικής προτίμησης, γλώσσας ή θρησκείας.

15. Η περιφρούρηση της επιστήμης είναι καθήκον όλων των κοινωνιολόγων χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα ασκήσουν κριτική σε κοινωνιολογικές θεωρίες ή μεθοδολογίες και δεν θα επισημάνουν κενά και αδυναμίες των αποτελεσμάτων και ερμηνειών.

16. Οι κοινωνιολόγοι οριοθετούν το γνωστικό τους πεδίο και το αντικείμενο της εργασίας τους χωρίς να αποσιωπούν περιορισμούς και αδυναμίες στις ερευνητικές τους προσεγγίσεις. Αν τους ζητηθεί γνωμοδότηση για κάποιο κοινωνικό ζήτημα, προσδιορίζουν με ακρίβεια τις επιστημονικές τους δυνατότητες και το βαθμό προσωπικής τους εξειδίκευσης.

17. Αναγνωρίζουν το δικαίωμα των πολιτών να έχουν πρόσβαση σε δεδομένα που τους αφορούν, αν δεν επιχειρούν να επηρεάσουν την εξέλιξη και τα συμπεράσματα της έρευνας. Περιφρουρούν το απόρρητο σε προσωπικά δεδομένα των υποκειμένων έρευνας και στα στοιχεία και τις σημειώσεις των ερευνητών.

18. Οι κοινωνιολόγοι δεν συνεργάζονται και δεν παρέχουν πληροφορίες σε άτομα, υπηρεσίες ή οργανισμούς που δεν σέβονται τα δημοκρατικά δικαιώματα ή δεν λειτουργούν με νομιμότητα και διαφάνεια ή υποκρύπτουν υστεροβουλίες σε βάρος των πολιτών ή ερευνητών.

19. Το ενδεχόμενο οι αναλύσεις, οι εισηγήσεις ή οι απόψεις των κοινωνιολόγων να επηρεάσουν το κοινωνικό σύνολο επιβάλλει να διατυπώνουν τις απόψεις τους με αντικειμενικότητα και επιφυλακτικότητα καθώς τα αξιώματα τους δεν έχουν απόλυτο ούτε πάντοτε γενικευμένο χαρακτήρα. Δεν έχουν το δικαίωμα να εκμεταλλευτούν τις γνώσεις και πληροφορίες τους για να ασκήσουν αθέμιτη επιρροή ή άκριτες εξουσίες σε άτομα ή κοινωνικές ομάδες.



Διεξαγωγή κοινωνιολογικών ερευνών


Οι βασικές και οι εφαρμοσμένες κοινωνιολογικές έρευνες είναι αναγκαίες για τη διεύρυνση την προώθηση και τον έλεγχο της κοινωνιολογικής γνώσης. Κατά τη διεξαγωγή κοινωνιολογικών ερευνών παρουσιάζονται όμως δυσκολίες και αντιθέσεις. Η προσπάθεια πρακτικής εφαρμογής των συμπερασμάτων της έρευνας μπορεί να προκαλέσει συγκρούσεις συμφερόντων. Οι τυχόν ανεύθυνες ενέργειες μεμονωμένων ερευνητών ή ερευνητικών ομάδων μπορεί να οδηγήσει σε προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό των κοινωνιολόγων από πηγές πληροφόρησης, υπηρεσίες ή συγκεκριμένες ομάδες ερωτώμενων. Οι κοινωνιολόγοι εφαρμόζουν συγκεκριμένους κανόνες έρευνας.

1. Οι κοινωνιολόγοι είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν και να παρουσιάζουν επιστημονικά έγκυρες μεθόδους και τεχνικές για τη συγκέντρωση, επεξεργασία και ανάλυση των κοινωνικών δεδομένων. Όταν προχωρούν σε ερευνητικές καινοτομίες, οφείλουν να αιτιολογήσουν επιστημονικά και πρακτικά τις πρωτοβουλίες τους.

2. Οι εργασίες των κοινωνιολόγων στηρίζονται και παραπέμπουν στην επιστημονική βιβλιογραφία του κλάδου τους. Τα ερωτηματολόγια και οι συνεντεύξεις, η απλή ή συμμετοχική παρατήρηση, οι ανοιχτές συζητήσεις, το πείραμα, οι στατιστικές καταγραφές, η ταξινόμηση και ανάλυση αρχειακού υλικού είναι οι κυριότερες δόκιμες και αποδεκτές τεχνικές για τη συγκέντρωση πρωτογενών στοιχείων τόσο στις ποσοτικές όσο και τις ποιοτικές κοινωνιολογικές έρευνες.

3. Η αξιόπιστη αναφορά σε κοινωνιολογικές θεωρίες, η επάρκεια των μεθοδολογικών και τεχνικών εργαλείων, όπως και η καταλληλότητα των πηγών της έρευνας είναι αντικείμενο κριτικής αξιολόγησης από την ερευνητική και πανεπιστημιακή κοινότητα.

4. Οι πηγές των γραπτών και προφορικών δεδομένων καταγράφονται και αναφέρονται. Τα στοιχεία που προέρχονται από βιβλία, αρχεία ή άλλα γραπτά κείμενα ανοιχτά στη δημόσια χρήση δεν θεωρούνται απόρρητα. Χρησιμοποιούνται με βάση τις νομοθετικές ρυθμίσεις και τους κανόνες που ορίζουν οι φορείς προέλευσης των στοιχείων. Σε αρκετές περιπτώσεις απαιτούνται από τη νομοθεσία ειδικές άδειες ή τήρηση προϋποθέσεων και συμμόρφωση σε κανονισμούς για τη διεξαγωγή ενός ερευνητικού προγράμματος που οι κοινωνιολόγοι είναι υποχρεωμένοι να εντάξουν στον προγραμματισμό της έρευνας. Οι ερευνητές αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν πλάγια μέσα για εξασφάλιση δεδομένων που αποκρύπτονται παράνομα ή σκόπιμα αποσιωπούνται.

5. Η πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα των υποκειμένων στις κοινωνιολογικές έρευνες επιτρέπεται μόνο για τους σκοπούς της ακαδημαϊκής έρευνας. Τα στοιχεία αυτά είναι απόρρητα, γίνονται γνωστά μόνο στους αντίστοιχους ερωτώμενους και στις κοινωνιολογικές έρευνες αναλύονται ανώνυμα. Για την κατοχύρωση της ανωνυμίας χρησιμοποιούνται ειδικοί κωδικοί και ελέγχεται η φύλαξη τους. Αν οι ερωτώμενοι επιθυμούν να αναφερθούν ονομαστικά, οι ερευνητές αποφασίζουν για τη δημοσιοποίηση με βάση την αρχή της ισοτιμίας απέναντι τους.

6. Δεν επιτρέπεται για τις ανάγκες της έρευνας να υποστούν οι ερωτώμενοι ή μέλη της ερευνητικής ομάδας υλική ή ηθική βλάβη. Τα μέλη μιας ερευνητικής ομάδας δεν παραβιάζουν χωρίς συγκατάθεση την ιδιωτική ζωή των πολιτών. Σέβονται τις πολιτιστικές ή προσωπικές ιδιαιτερότητες των υποκειμένων της έρευνας και δεν εκμεταλλεύονται την ενδεχόμενη άγνοια ή αδυναμία τους. Δεν επιτρέπεται να δίνουν παραπλανητικές πληροφορίες στους ερωτώμενους για τους σκοπούς της έρευνας.

7. Μεταξύ των μελών μικτών ερευνητικών ομάδων ή και των ερευνητικών Ινστιτούτων γίνονται από την αρχή σαφείς και αμοιβαία αποδεκτές συμφωνίες γύρω από την κατανομή των εργασιών, τις αμοιβές, τα χρονικά όρια, τις δεσμεύσεις, την πρόσβαση στα δεδομένα, τα δικαιώματα για δημοσιεύσεις, την πνευματική ιδιοκτησία ή άλλα δικαιώματα. Αν απαιτηθούν τροποποιήσεις στη διάρκεια διεξαγωγής ενός ερευνητικού προγράμματος χρειάζεται να συζητηθούν και να αποφασιστούν από όλους τους υπευθύνους.





Δημοσιεύσεις και αξιολογήσεις κοινωνιολογικών εργασιών




Τα αποτελέσματα των επιστημονικών εργασιών των κοινωνιολόγων δημοσιεύονται σε βιβλία, μονογραφίες, επιστημονικά και εκλαϊκευμένα άρθρα, μελέτες, εκθέσεις, αναφορές ή εισάγονται στο διαδίκτυο.

1. Τα πρωτογενή δεδομένα, οι αναλύσεις και ερμηνείες τους, οι σχετικές δημοσιεύσεις αποτελούν πνευματικά δικαιώματα των κοινωνιολόγων ερευνητών. Έχουν το δικαίωμα να διαθέτουν το έργο τους για δημοσίευση ή να το δημοσιεύουν με δικά τους έξοδα. Αν μέρος αυτών των πνευματικών δικαιωμάτων έχει παραχωρηθεί στο χρηματοδότη του ερευνητικού προγράμματος ή στον εργοδοτικό οργανισμό, ο ερευνητής δικαιούται αποζημίωση για τη χρήση του.

2. Οι βάσεις εμπειρικών κοινωνιολογικών δεδομένων κλειδώνονται μέχρι οι ερευνητές να τις συστηματοποιήσουν, να ολοκληρώσουν τη χρήση τους και να τις αποδεσμεύσουν.

3. Είναι απαραίτητο οι κοινωνιολόγοι να δημοσιεύουν τα αποτελέσματα των ερευνών τους, εκτός εάν αυτό μπορεί να βλάψει άλλους πολίτες ή και συνεργάτες ή αν αποτελούν πνευματική τους ιδιοκτησία σύμφωνα με ειδικές συμφωνίες. Οφείλουν επίσης να παρουσιάζουν τις εργασίες τους σε συνέδρια και σεμινάρια και να συμμετέχουν σε ανοιχτές συζητήσεις για τη διάχυση και αξιοποίηση της κοινωνιολογικής γνώσης και έρευνας.

4. Η δημοσίευση των ερευνών πρέπει να γίνεται με τους αρχικούς όρους και τις υποδείξεις όσων τις παρήγαγαν και τις αξιολόγησαν. Σε αντίθετη περίπτωση οι δημιουργοί ενός έργου έχουν το δικαίωμα να το αποσύρουν πριν προχωρήσουν οι εργασίες δημοσίευσης του ή και σε προχωρημένο στάδιο, αν υπάρχουν σοβαροί επιστημονικοί λόγοι ή απειλή βλάβης ατόμων, ομάδων ή γενικά του δημοσίου συμφέροντος. Οι υπεύθυνοι εκδοτικών οίκων ή συντακτικών επιτροπών οφείλουν να απαντούν έγκαιρα και συγκεκριμένα στα αιτήματα για δημοσίευση ενός κειμένου.

5. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι δημοσιεύσεις κοινωνιολογικών έργων μετά την υποβολή και έγκριση τους από επιστημονικές επιτροπές κρίσεων. Οι αξιολογήσεις πραγματοποιούνται με εχεμύθεια και προσεκτική εξέταση του συνόλου του έργου. Οι κριτές οφείλουν να αιτιολογούν με σαφή κριτήρια και επιστημονικά επιχειρήματα τις αποφάσεις τους. Αν ζητηθεί επανάληψη της κρίσης από άλλον εκδότη, οι κοινωνιολόγοι αξιολογητές έχουν την υποχρέωση να τον ενημερώσουν.

6. Είναι δεοντολογικά αδόκιμο να υποβάλλουν οι συγγραφείς ταυτόχρονα σε διάφορους εκδότες ή περιοδικά την ίδια εργασία για δημοσίευση. Αυτό μπορεί να γίνει διαδοχικά, αν υπάρχει απόρριψη του κειμένου από προηγούμενους εκδότες.

7. Τα ονόματα των συντελεστών διεξαγωγής ενός ερευνητικού προγράμματος ή συγγραφής των κειμένων και ο βαθμός συμβολής εκάστου πρέπει να αναγνωρίζονται και να αναφέρονται με ακρίβεια κατά τις δημοσιεύσεις, εκτός αν κάποιοι δηλώσουν γραπτά ότι δεν το επιθυμούν. Η σειρά αναφοράς προσδιορίζεται από την προσφορά εκάστου, τις εξωτερικές δεσμεύσεις και τις εσωτερικές συμφωνίες της ερευνητικής ομάδας.

8. Τα αποτελέσματα της βασικής ή της εφαρμοσμένης κοινωνιολογικής έρευνας ενδιαφέρουν άμεσα τους πολίτες ή επηρεάζουν γενικότερα τη δημόσια ζωή και είναι χρήσιμο να διαδίδονται από τα έντυπα ή ηλεκτρονικά Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης. Οι κοινωνιολόγοι παρακολουθούν αυτές τις αναφορές και έχουν την υποχρέωση να παρεμβαίνουν για να μην υπάρξουν διαστρεβλώσεις, γενικεύσεις, υπεραπλουστεύσεις, αντιδεοντολογικές ή αντιεπιστημονικές χρήσεις στα δεδομένα ή τις ερμηνείες τους.

9. Η συμβολή των κοινωνιολόγων στο δημόσιο διάλογο και στην εφαρμογή πολιτικών μπορεί να αποδειχτεί σημαντική τόσο για την κοινωνία όσο και για την επιστήμη τους, αρκεί οι συμμετέχοντες να προσδιορίζουν την εμβέλεια, τα όρια ή τη σχετικότητα των ευρημάτων τους και μην κάνουν αυθαίρετες κρίσεις για ειδικά ζητήματα που δεν γνωρίζουν σε βάθος.

10. Θα ήταν χρήσιμο οι κοινωνιολόγοι να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές και στους αντίστοιχους κοινωνικούς φορείς τα ευρήματα ανάλογων ερευνών τους σε μορφή και ορολογία κατανοητή από τους εκπροσώπους τους και τους πολίτες.

11. Οι κοινωνιολόγοι σέβονται και αξιοποιούν τις πηγές της επιστήμης και της γνώσης, επιδιώκουν τη διάχυση της σύγχρονης κοινωνιολογικής γνώσης και εμπειρίας, αναζητούν και ενθαρρύνουν τη δημιουργική και τεκμηριωμένη κριτική σκέψη. Εμπλουτίζουν με τις γνώσεις τους το δημόσιο διάλογο και προβληματισμό, αξιοποιούν θετικά όλα τα ΜΜΕ για απαγκίστρωση των συμπολιτών μας από πλάνες, προκαταλήψεις και άκριτες τυπολατρίες.

12. Οι κοινωνιολόγοι έχουν οι ίδιοι διαρκή κοινωνική συμμετοχή και αναπτύσσουν οι ίδιοι απελευθερωτική κοινωνική δράση προάγοντας την επιστήμη και τον πολιτισμό και εμψυχώνοντας τους συμπολίτες να αναλάβουν ανάλογες πρωτοβουλίες.



Διδασκαλία της επιστήμης της κοινωνιολογίας


Tα καθήκοντα των κοινωνιολόγων εκπαιδευτικών και τα αναλυτικά προγράμματα των ιδρυμάτων όπου ανήκουν προσδιορίζονται από νόμους ή υπουργικά διατάγματα και από κανόνες και αρχές των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και του συνόλου της εκπαιδευτικής κοινότητας.

1. Οι κοινωνιολόγοι κατανοούν την αξία και τη χρησιμότητα των γνώσεων κοινωνιολογίας για τους νέους όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων. Κάνουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να γίνει αυτό ευρύτερα αντιληπτό και να προωθηθούν μεταρρυθμίσεις για μια σύγχρονη εκπαίδευση με στόχο την ανάπτυξη κριτικής και δημιουργικής σκέψης.

2. Οι εκπαιδευτικοί κοινωνιολόγοι γνωρίζουν και εφαρμόζουν τους νόμους και τις διατάξεις των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κατά την άσκηση του ακαδημαϊκού, ερευνητικού, διδακτικού τους έργου και την ανάληψη άλλων εκπαιδευτικών ή διοικητικών τους καθηκόντων. Όσοι εποπτεύουν συναδέλφους κοινωνιολόγους κατώτερων βαθμίδων τους συμβουλεύουν και εμμένουν στην τήρηση της επαγγελματικής δεοντολογίας.

3. Οι κοινωνιολόγοι οφείλουν να είναι συνεπείς, υπεύθυνοι και επαρκείς στα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα φροντίζοντας να ανανεώνουν τις γνώσεις τους και να εμπλουτίζουν τα αναλυτικά προγράμματα μαθημάτων με νέα στοιχεία και σύγχρονες θεωρητικές ερμηνείες που προσελκύουν και διευρύνουν τα ενδιαφέροντα των μαθητευόμενων τους.

4. Οι υπεύθυνοι των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων όπου διδάσκεται η κοινωνιολογία και, ιδιαίτερα, των Τμημάτων Κοινωνιολογίας διασφαλίζουν ότι οι διδάσκοντες έχουν τα απαιτούμενα προσόντα και τις δεξιότητες για τη διδασκαλία της επιστήμης της κοινωνιολογίας ή ειδικών κλάδων της, ότι ασκούν με επάρκεια τα εκπαιδευτικά και άλλα καθήκοντα τους, ότι κατοικούν στο Νομό, όπου έχει έδρα το εκπαιδευτικό ίδρυμα, και ότι έχουν τον απαραίτητο σεβασμό στους εκπαιδευόμενους.

5. Οι κοινωνιολόγοι δίνουν όλες τις πληροφορίες στους σπουδαστές για το εύρος, την προβληματική και τις οπτικές της επιστήμης τους. Οι πανεπιστημιακοί αναφέρονται σε όλα τα γνωστικά πεδία, σε όλες τις θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις της κοινωνιολογίας. Εξοικειώνουν τους/τις φοιτητές/τριες με τα μέσα και τις τεχνικές διεξαγωγής κοινωνιολογικών ερευνών. Ενημερώνουν για τις εναλλακτικές διαδρομές ή τις προοπτικές των φοιτητών/ τριών κοινωνιολογίας στο πτυχιακό, μεταπτυχιακό και επαγγελματικό επίπεδο. Εξηγούν με σαφήνεια τις υποχρεώσεις τους στο πανεπιστήμιο, παρακολουθούν την πρόοδο τους αξιολογώντας έγκαιρα και δίκαια τις εργασίες τους και τους παρέχουν ευκαιρίες αυτενέργειας καλλιεργώντας σε αυτούς/ές κριτική σκέψη.

6. Οι καθηγητές κοινωνιολογίας επιλέγουν εγχειρίδια, περιεχόμενο μαθημάτων, τρόπους βαθμολόγησης και μεταχείρισης των σπουδαστών/τριών αποκλειστικά με επιστημονικά και αντικειμενικά κριτήρια.

7. Οι κοινωνιολόγοι εκπαιδευτικοί δεν επιτρέπεται να εκμεταλλεύονται τους μαθητές/ φοιτητές/ τριες για τη διεξαγωγή ερευνών, που δεν έχουν καθαρά εκπαιδευτικό χαρακτήρα ή να τους εξαναγκάζουν να μετατρέπονται σε ερευνητικά υποκείμενα. Δεν παραπλανούν τους φοιτητές/ τριες παρουσιάζοντας εργασίες εκείνων ως δικές τους και τους παρέχουν βεβαιώσεις ή συστατικές επιστολές για τη συμβολή τους στο έργο του εκπαιδευτικού ιδρύματος.

8. Οι κοινωνιολόγοι, και κυρίως οι εκπαιδευτικοί, δεν έχουν το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται τη θέση υπεροχής τους για να αποκτούν με εξαναγκασμό από τους/τις εκπαιδευόμενους/ες, από ασθενείς, από συνεργάτες από διοικητικό προσωπικό ή από το κοινωνικό τους περιβάλλον επαγγελματικά πλεονεκτήματα ή να αποσπούν προσωπικές, οικονομικές, σεξουαλικές ή άλλες εξυπηρετήσεις.

9. Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές συμβάλλουν στη συμβουλευτική των φοιτητών/ τριών, διασφαλίζουν την πλήρη ενημέρωση και την υποστήριξης τους από τα αρμόδια όργανα των Τμημάτων Κοινωνιολογίας και συμβάλλουν στην αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των κοινωνιολόγων όπως και στον εντοπισμό θέσεων εργασίας. Δεν κοινοποιούν πληροφορίες που αφορούν προσωπικά τους φοιτητές/ τριες.

10. Οι κοινωνιολόγοι παίρνουν πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη της κοινωνιολογικής έρευνας σε εκπαιδευτικά ζητήματα, την προώθηση δημοσιεύσεων, τη διάχυση της κοινωνιολογικής γνώσης με τη δημιουργία βιβλιοθηκών, με εκπαιδευτικά σεμινάρια, διαλέξεις και δράσεις.

11. Οι εκπαιδευτικοί κοινωνιολόγοι εφαρμόζουν σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους και αντιλήψεις. Αντιμετωπίζουν με σεβασμό και ισοτιμία τους/τις μαθητές/τριες- φοιτητές/τριες και τους κηδεμόνες τους, όπως και τους άλλους εργαζόμενους στο χώρο τους.

12. Οι κοινωνιολόγοι αντιμετωπίζουν με κριτική σκέψη την παιδεία και το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, συμβάλλουν στη διαρκή ποιοτική βελτίωση των αναλυτικών προγραμμάτων και βιβλίων για προαγωγή της γνώσης, υπερασπίζονται τις κατακτήσεις των εκπαιδευτικών και εκφράζουν την αποστροφή τους σε κάθε μορφή διαστρέβλωσης των στόχων της εκπαίδευσης ή παραπαιδείας ή εκμετάλλευσης και κοινωνικού αποκλεισμού των νέων.

13. Οι κοινωνιολόγοι διεκδικούν εκσυγχρονισμό της κτιριακής και υλικοτεχνικής υποδομής των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των μέσων διδασκαλίας. Απαιτούν την αύξηση των πόρων για την εκπαίδευση στα επίπεδα των άλλων αναπτυγμένων χώρων, όπως και την αναβάθμιση των εκπαιδευτικών για αξιοπρεπή διαβίωση και απερίσπαστη εκτέλεση των εκπαιδευτικών τους καθηκόντων.

14. Στο χώρο των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων οι κοινωνιολόγοι αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την υποστήριξη των ώριμων διεκδικήσεων των νέων, την ομαλή κοινωνικοποίηση, τη συμβουλευτική και τη δημιουργική δράση των μαθητών/τριών, φοιτητών/τριων, όπως και για την αντιμετώπιση προβλημάτων στις σχέσεις των εκπαιδευόμενων και του συνόλου των μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας.

15. Οι κοινωνιολόγοι αναπτύσσουν γόνιμη συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς των άλλων κλάδων για την αποδοτική λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος στο πλαίσιο της αλληλοκατανόησης και του σεβασμού της επιστημονικής και επαγγελματικής υπόστασης όλων.



Χρηματοδότηση ερευνών




1. Το κράτος, η Τοπική Αυτοδιοίκηση και οι δημόσιοι οργανισμοί έχουν υποχρέωση να χρηματοδοτούν την κοινωνιολογική έρευνα για να μην προχωρούν σε αυθαιρεσίες και αυτοσχεδιασμούς στη λήψη αποφάσεων και την εφαρμογή πολιτικών που επηρεάζουν τις συνθήκες και την ποιότητα ζωής του συνόλου των πολιτών. Οι ιδιωτικοί οργανισμοί και οι συλλογικοί φορείς έχουν συμφέρον να αναζητούν πληροφορίες, κοινωνικά δεδομένα και αναλύσεις που θα τους επιτρέψουν να λειτουργήσουν ορθολογικά και αποτελεσματικά στον τομέα δράσης τους.

2. Οι κοινωνιολόγοι δεν αποδέχονται κρατικές ή ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις για έρευνα, συμβόλαια, συμφωνίες ή υποχρεώσεις που παραπέμπουν σε παραβιάσεις του κώδικα δεοντολογίας ή ανορθόδοξες και αντιεπιστημονικές πρακτικές στη διεξαγωγή μιας έρευνας. Οφείλουν να αποχωρούν και ενδιάμεσα από ερευνητικά έργα, αν διαπιστώσουν καταστρατήγηση των αρχών και ηθικών αξιών της επιστήμης τους ή παραχάραξη των ευρημάτων ή εκμετάλλευση τους για κοινωνικές διακρίσεις ή αδιαφανείς σκοπούς.

3. Οι υπεύθυνοι κοινωνιολογικών ερευνών οφείλουν να ενημερώσουν από την αρχή τους χρηματοδότες τους για τις βασικές και μεθοδολογικές αρχές διεξαγωγής ενός ερευνητικού προγράμματος και για την πιθανότητα το αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες προσδοκίες ή αναμενόμενα οφέλη τους. Είναι προτιμότερο να γίνονται γραπτές συμφωνίες με τους όρους και τις αμοιβαίες δεσμεύσεις, ώστε και οι χρηματοδότες να κατοχυρώνονται και οι ερευνητές να είναι απόλυτα συνεπείς στις υποχρεώσεις τους. Τα κονδύλια για έρευνα πρέπει να χρησιμοποιούνται ακριβώς για το σκοπό που διατέθηκαν.




Άσκηση κοινωνιολογικού επαγγέλματος



1. Για τους επαγγελματίες κοινωνιολόγους δεν απαιτείται ειδική άδεια άσκησης επαγγέλματος και δεν έχει συσταθεί ξεχωριστό ταμείο ασφαλιστικής κάλυψης. Δεν έχουν ακόμα αναγνωριστεί επίσημα από το Υπουργείο Παιδείας τα επαγγελματικά δικαιώματα των κοινωνιολόγων και δεν έχει θεσπιστεί μέχρι τώρα νομοθετικά η δυνατότητα σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

2. Το πεδίο άσκησης του κοινωνιολογικού επαγγέλματος είναι διακριτό και πολύπλευρο, και τα επαγγελματικά τους δικαιώματα πρέπει να προσδιορίζονται από τη νομοθεσία. Οι χώροι απασχόλησης των κοινωνιολόγων έχουν καταγραφεί και διαρκώς διευρύνονται με την αύξηση των κοινωνικών αναγκών και απαιτήσεων του πληθυσμού για καλύτερες συνθήκες ζωής και δράσης.

3. Τα καθήκοντα των κοινωνιολόγων σε οργανικές θέσεις διαφόρων υπουργείων και υπηρεσιών περιγράφονται στους οργανισμούς λειτουργίας και στους εσωτερικούς κανονισμούς τους. Τους εργαζόμενους στο δημόσιο αφορούν και οι διατάξεις του υπαλληλικού κώδικα. Οι αρμοδιότητες όσων απασχολούνται σε κοινωνικούς φορείς ή στον ιδιωτικό τομέα αναφέρονται στις προκηρύξεις ή αγγελίες των ανάλογων θέσεων και είναι αντικείμενο εσωτερικής διαπραγμάτευσης μεταξύ κοινωνιολόγων και εργοδοσίας.

4. Σε κάθε επαγγελματικό χώρο οι κοινωνιολόγοι ασκούν τα καθήκοντα τους με υπευθυνότητα, αξιοπρέπεια, σεβασμό στον πολίτη και στους συνεργάτες τους. Η συνεπής και επαρκής ανταπόκριση των κοινωνιολόγων στα εργασιακά τους καθήκοντα είναι μια βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότερη διεκδίκηση επαγγελματικών δικαιωμάτων, καλύτερων υλικών ή ηθικών απολαβών και αναβάθμισης της επαγγελματικής θέσης και του κοινωνικού γοήτρου του κλάδου αυτού.

5. Οι κοινωνιολόγοι αποφεύγουν να εμπλέκονται σε αξιολογήσεις προγραμμάτων και δράσεων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με προσωπικά τους συμφέροντα ή αποφεύγουν κρίσεις έργων συναδέλφων τους, αν δεν μπορούν να τηρήσουν την απαιτούμενη αντικειμενικότητα και ικανή αποστασιοποίηση.

6. Η επαρκής γνώση στατιστικών πακέτων και προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών για τις κοινωνικές επιστήμες διευκολύνει τους κοινωνιολόγους και ανεβάζει το επίπεδο του ερευνητικού τους έργου. Η γνώση ξένων γλωσσών επιτρέπει την άμεση εξοικείωση με τα επιστημονικά επιτεύγματα της διεθνούς κοινωνιολογικής κοινότητας, την αξιοποίηση της χρήση βιβλιογραφίας και την παρακολούθηση διεθνών συνεδρίων.

7. Οι κοινωνιολόγοι έχουν την υποχρέωση να σέβονται στην πράξη τις θεωρίες τους, να προστατεύουν τα κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα των συμπολιτών και φοιτητών τους, να αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη ευαισθησία τα ΑμεΑ, τις μειονότητες και τα άτομα που απειλούνται με κοινωνικό αποκλεισμό. Παράλληλα, δεν παρέχουν εγγυήσεις σε άτομα, κοινωνικές ομάδες ή οργανισμούς, αν δεν είναι σε θέση να τις τηρήσουν ουσιαστικά.

8. Η επιστήμη της κοινωνιολογίας επιτρέπει τη γνώση και κριτική αξιολόγηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι κοινωνιολόγοι διαθέτουν εξειδικευμένη γνώση για ενεργό συμμετοχή τους στα κοινά και πλήρη συμμετοχή τους στην πολιτική ζωή της χώρας.

9. Για την προάσπιση του επαγγέλματος τους οι κάτοχοι πτυχίων και μεταπτυχιακών τίτλων κοινωνιολογίας τα κατοχυρώνουν και ελέγχουν, αν όσοι ασκούν το επάγγελμα έχουν τα απαιτούμενα προσόντα. Καταγγέλλουν στα αρμόδια όργανα κάθε ιδιοποίηση της ιδιότητας του κοινωνιολόγου από άτομα που δεν διαθέτουν τα τυπικά προσόντα ή κατέχουν τίτλους σπουδών από μη αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι ενεργοί κοινωνιολόγοι αντιστρατεύονται εκείνους που με τις αντιλήψεις και πράξεις τους δημιουργούν φραγμούς στον υγιή εκσυγχρονισμό των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών, στην ευημερία και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής όλων των πολιτών. Οι κοινωνιολόγοι αποφεύγουν δραστηριότητες που απαξιώνουν την επιστήμη, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ειρήνη και τη δημοκρατία.

10. Οι κοινωνιολόγοι, που αναλαμβάνουν θέσεις προϊσταμένων ή είναι εργοδότες ή χρηματοδότες, δεν κάνουν παρενοχλήσεις ή διακρίσεις κατά την πρόσληψη, τις προαγωγές, τις απολαβές, την αξιολόγηση, την ασφάλιση ή την απόλυση των υφισταμένων τους με κριτήριο το φύλο, το εκπαιδευτικό επίπεδο, την ηλικία, την τάξη, την εθνικότητα ή φυλή, την αναπηρία, την ιδεολογία και πολιτική τοποθέτηση, το θρήσκευμα ή άλλες προσωπικές ιδιαιτερότητες. Διασφαλίζουν και διεκδικούν δίκαιη και ισότιμη μεταχείριση του προσωπικού τους, γνωρίζουν τα καθήκοντα του, σέβονται τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, το υποστηρίζουν σε όλα τα δίκαια αιτήματα και ενθαρρύνουν τις δημιουργικές πρωτοβουλίες στον εργασιακό τους χώρο.

11. Αναζητώντας εργασία οι κοινωνιολόγοι γνωρίζουν τους χώρους ένταξης τους και απευθύνονται στους πιθανούς εργοδότες τους δίνοντας ακριβείς και αξιόπιστες πληροφορίες για τις γνώσεις, τα επαγγελματικά προσόντα, τα ενδιαφέροντα και τις εργασιακές εμπειρίες τους. Ο τρόπος προσέγγισης και τα συνοδευτικά δικαιολογητικά εξειδικεύονται ανάλογα με το χώρο απασχόλησης. Ως εργαζόμενοι οι κοινωνιολόγοι οφείλουν να είναι συνεπείς, επαρκείς και υπεύθυνοι στα καθήκοντα τους και σε όσα έχουν συμφωνήσει με τους εργοδότες. Φροντίζουν να εμπλουτίζουν δια βίου τις γνώσεις και να βελτιώνουν τις επαγγελματικές τους δεξιότητες. Είναι ενήμεροι για τη νομοθεσία που αφορά τα δικαιώματα τους και απαιτούν από τους εργοδότες να τα σεβαστούν. Έχοντας την πρόθεση να παραιτηθούν από μια θέση ενημερώνουν έγκαιρα τον εργοδότη, ζητούν βεβαιώσεις προϋπηρεσίας και, αν δικαιούνται, τις σχετικές αποζημιώσεις.




Διαδικασίες για την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας




Οι κοινωνιολόγοι στην Ελλάδα αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα του Κώδικα Δεοντολογίας και είναι υποχρεωμένοι να τον σέβονται, να τον γνωστοποιούν και να τον υποστηρίζουν σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνουν καταστρατήγηση του. Τα μέλη του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων ή οποιουδήποτε δευτεροβάθμιου ή τριτοβάθμιου οργάνου συσταθεί, δεσμεύονται, σύμφωνα και με την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΚ (ημερομ.), να ενεργούν ως θεματοφύλακες των θεσμοθετημένων αυτών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς και δράσης. Η εφαρμογή του δεν απαιτεί υπερβολική ή τυπολατρική δέσμευση, καθώς θωρακίζεται έτσι η επιστήμη της κοινωνιολογίας, η επαγγελματική υπόσταση και το κοινωνικό γόητρο των κοινωνιολόγων. Η τήρηση των κανόνων του Κώδικα δεοντολογίας είναι ζήτημα ουσίας και ευθύνης όλων. Τα μέλη του ΣΕΚ και όλοι οι κοινωνιολόγοι έχουν το δικαίωμα να προσφεύγουν στα όργανα του ΣΕΚ και στη δικαιοσύνη, αν διαπιστώσουν ότι βασικές διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας παραβλέπονται, παραποιούνται ή συνειδητά παραβιάζονται από τους κοινωνικούς ή άλλους επιστήμονες ή άλλους πολίτες.

Το Δ.Σ. του Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων, ή οποιουδήποτε δευτεροβάθμιου ή τριτοβάθμιου οργάνου συσταθεί, έχει την υποχρέωση να μεριμνήσει για την ερμηνεία και δημοσιοποίηση των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας και για τη διασφάλιση της εφαρμογής του από τους κοινωνιολόγους μέλη ή μη μέλη του. Έχει καθήκον να παραλαμβάνει και να ελέγχει με αντικειμενικότητα και αυξημένη υπευθυνότητα την ορθότητα επώνυμων γραπτών ή προφορικών παραπόνων ή καταγγελιών για παραβιάσεις του Κώδικα Δεοντολογίας πραγματοποιώντας συστάσεις ή επιχειρώντας διευθετήσεις ή χρησιμοποιώντας όλα τα νόμιμα μέσα για τη συμμόρφωση των παραβατών και την αποκατάσταση της προκαλούμενης βλάβης. Για την αξιολόγηση των προσφυγών το Δ.Σ. του ΣΕΚ μπορεί να συστήσει ειδική συμβουλευτική Επιτροπή Επαγγελματικής Δεοντολογίας των Κοινωνιολόγων ή και να προσφεύγει σε ειδικούς ή στις αρμόδιες διοικητικές, νομικές και δικαστικές αρχές. Οι προβλέψεις αυτές είναι απαραίτητο να ενταχθούν στο Καταστατικό λειτουργίας του Σ.Ε.Κ ή οποιουδήποτε δευτεροβάθμιου ή τριτοβάθμιου οργάνου συσταθεί.


Παραπομπές:


  • International Sociological Association, Code of Ethics (Approved by the ISA Executive Committee, Fall 2000, http://www.ucm.es/info/isa/about/isa_code_of_ethics.htm

  • American Sociological Association, “Κοινωνιόγραμμα”, τευχ. 27, Απρίλιος, 1991, Αθήνα

  • Καταστατικό Συλλόγου Ελλήνων Κοινωνιολόγων, 1983, περιοδ.«Δελτίο Ελλήνων Κοινωνιολόγων», τευχ. 11, Μάρτιος 1987, Αθήνα, βλεπ. Ιστοσελίδα: www.sociology.gr

Τελευταία ανανέωση ( 06.02.08 )